Τιμοῦν

Τιμοῦν
Τιμώ
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • τιμοῦν — τῑμοῦν , τιμάω honour pres part act masc voc sg (attic epic doric ionic) τῑμοῦν , τιμάω honour pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric ionic) τιμέω pres part act masc voc sg (attic epic doric) τιμέω pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έντιμος — (6ος; αι. π. Χ.). Ένας από τους οικιστές της Γέλας, στη Σικελία. Ήταν αρχηγός των Κρητών και ταξίδεψε μαζί με τον Ρόδιο Αντίφημο, 45 χρόνια μετά την κτίση των Συρακουσών. * * * η, ο (AM ἔντιμος, ον) Ι. αυτός τον οποίο τιμούν και επαινούν νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • απότιμος — ἀπότιμος, ον (Α) [τιμή] 1. αυτός που δεν τον τιμούν 2. «ἀπότιμα χρήματα» υπέγγυα, καθορισμένα για ενέχυρο …   Dictionary of Greek

  • δακρυότιμος — δακρυότιμος, ον (Α) εκείνος τού οποίου τον θάνατο τιμούν με δάκρυα. [ΕΤΥΜΟΛ. < δάκρυ(ον) + τιμή] …   Dictionary of Greek

  • νικόλαος — I Όνομα ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας. 1. Σοφιστής. Ήταν μαθητής του Πλούταρχου και του Πρόκλου. Έγραψε τα έργα Λόγοι επιδεικτικοί, Τέχνη ρητορική και Προγυμνάσματα. Αποσπάσματα έργων του που διασώθηκαν δημοσιεύτηκαν από τους ελληνιστές Φινκ …   Dictionary of Greek

  • πολυόργιος — ον, Α (για τον Διόνυσο) αυτός που τόν τιμούν με την τέλεση πολλών οργίων. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + οργιος (< ὄργια «μυστηριακές τελετές»), πρβλ. φιλ όργιος] …   Dictionary of Greek

  • Αβραάμ — I Βιβλικό πρόσωπο. Oπρώτος πατριάρχης και γενάρχης των Εβραίων. Η Βίβλος τον παρουσιάζει ως αρχηγό νομάδων, κύριο πολλών ποιμνίων και λαμπρό πολέμαρχο, που οπουδήποτε σταματούσε κατά τις μεγάλες περιπλανήσεις του, ίδρυε βωμό στον έναν και… …   Dictionary of Greek

  • Άκουφος — Παραφθορά του ονόματος του αγίου Ιακώβου του Πέρση (Ιάκωβος Άκουβος Άκουφος). Μαρτύρησε μεταξύ των ετών 392 393 στην Περσία και η μνήμη του τιμάται στις 27 Νοεμβρίου. Ιδιαίτερα τιμούν τον Ά. οι Κύπριοι …   Dictionary of Greek

  • αντβεντιστές — Ονομασία σχιματικών διαμαρτυρόμενων χριστιανών. Ονομάστηκαν έτσι από τη λατινική λέξη adventus, που σημαίνει τη χριστιανική Δευτέρα Παρουσία του Ιησού. Διακρίνονται σε α. και α. της Έβδομης Ημέρας, που τιμούν το Σάββατο αντί την Κυριακή. Οι α.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”